Δεν το περίμενα έτσι. Φανταζόμουν να ανοίγει το σώμα στην θέση της καρδιάς και η ψυχή να τραβιέται στο ταβάνι ώσπου για κάποιο ανεξήγητο λόγο να επέστρεφε στο σώμα. Όχι, δεν φεύγω. Στάσου πουλάκι μου, που πας; 

Ο γιατρός όταν με εξέτασε αργότερα είχε σοβαρό ύφος σε αντίθεση με εμένα που ακόμη διασκέδαζα με αυτό που έπαθα για να μην ταράξω τους γύρω μου και την αφέλεια μου. Ασφάλεια έχεις; Ξέρω ΄γω, από ενδιαφέρον ρωτάτε; Μπα, φεύγεις για το νοσοκομείο, έχεις πάθει έμφραγμα. 

Μάλιστα. Έτσι στα ανακοινώνουν. Έχεις πάθει έμφραγμα, διαβήτη, καρκίνο. Τι να κάνουμε η ζωή προχωράει και κάποιος πρέπει να στο ανακοινώσει κι αυτό, σαν να είναι η ζωή μας μια εφημερίδα γεμάτη ανακοινώσεις. Δίπλα στα κοινωνικά, πριν τις κηδείες θα βρεις την ανακοίνωση για την πορεία σου. Κανονικά αν είχε λίγη τσίπα η ζωή θα έστελνε καρτ-ποστάλ με εξωτικά μέρη Μαλβίδες, Μαιάμι και τα λοιπά στην μία όψη και απ’ την άλλη λιτά, «τώρα που το διαβάζεις αυτό, έχεις πάθει έμφραγμα». 

Στο νοσοκομείο μετά από εκείνο το πανέμορφο μπαλονάκι ξαπλωμένος στο λευκό νοσοκομείο έπρεπε να κάτσω να σκεφτώ όσα έζησα. Δεν μου ερχόταν τίποτα όμως και δεν μετάνιωνα για τίποτα. Αν και είχα ήσυχη την συνείδηση μου μέχρι πρότινος, εκείνη είχε βαλθεί να με βασανίσει. Κάτι έκανες στραβά, σκέψου. Βέβαια, δεν έλειψε και η σκέψη ότι το είχα παρακάνει : δουλειά – γυμναστική, τρέξιμο στο σπίτι. Όλα τα κυνήγαγα σε ρυθμούς πολυβόλου. Ποδόσφαιρο με φίλους, γυμναστική τσίπουρα και έπειτα δίπλα στα παιδιά μου να τα πάω από εδώ, από εκεί. Όλα. Βέβαια, τα προλάβαινα και το ευχαριστιόμουν, δεν κατάλαβα δηλαδή, τι;  Να ήμουν κανένας αργόσχολος που κάθε απόγευμα θα διάβαζα το βιβλίο μου και ύπνο; Μια ζωή συνταξιούχου σε μια ηλικία που ακόμα κρυφοκοιτούσε λάγνα την εφηβεία; Εντάξει, ήμουν στην ηλικία που η λογική υπαγόρευε ότι κάποια στιγμή όλα τελειώνουν, αλλά είχα αποφασίσει να κάνω γκριμάτσες στον έλλογο εαυτό μου. 

Αρπάχτηκα με την συνείδηση μου εκείνο το βράδυ άσχημα. Ζούσα στην γη και πάταγα και με τα δύο πόδια γερά και εκείνη ήθελε να με ξαπλώσει στο κρεβάτι. Την γαμοσταύρισα μάλλον πολύ άσχημα εκείνο το βράδυ και για μερικές μέρες δεν ήθελε να μου μιλήσει μάλλον και έτσι ησύχασα κι εγώ. 

Θυμάσαι; Ακούστηκε να λέει μέσα στην νύχτα και από εκεί και πέρα δεν μπόρεσα να ξανακοιμηθώ. Είχε αποφασίσει να μου τα θυμίσει όλα.

[Update]

Ζω, με περισσότερα στεντ, ελπίδα και όνειρα. Κουφάλα, εδώ είμαι.

Leave a Reply

Discover more from Στην ανεμη των λεξεων

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading