Εκείνος ογδοήκοντα, εγώ εβδομήκοντα οχτώ και δύο τέταρτα του χρόνου. Σαφώς μεγάλη διαφορά ηλικίας. Χάος γενεών θα έλεγα. Εκείνος, γκρινιάρης, εγώ μαγκούφης, τίποτα δεν έχει να ζηλέψει ο ένας από τον άλλο, εκτός από εκείνον δα τον μεζέ που σαν πιο χονδρός από εμένα τσακίζει με δύο μασέλες. Την άνω και την κάτω. Ενίοτε πέφτει η πάνω, την στέλνει για επισκευή και επιστρέφει δριμύτερος. Έτσι , κάθε απόγευμα τα κουτσολέμε. Σε εκείνο το καφενέ, στις πέντε ακριβώς. Σαν χάπι.

Τέσσερις και πενήντα κατηφορίζω, δεν έχω να δώσω λογαριασμό. Εκείνος έχει μια γυναίκα που τσακώνεται συνέχεια, αλλά δεν κρατάει τίποτα.

Μόνο ότι μπορεί και κατηφορίζει τα σκαλιά μέχρι τον καφενέ του αρκεί για να σταματήσει την γκρίνια. Όταν λέμε σταματήσει την γκρίνια, εννοούμε πάντα για την γυναίκα. Τις άλλες γκρίνιες τις έχει πρόχειρες στην τσέπη, σαν φυστίκια. Κάθε τρείς και λίγο τσιμπάει μία και πριν προλάβεις την έχει πει. Μα τον αγαπάω τον μπάσταρδο, τα τελευταία τρία χρόνια μου έχει γίνει απαραίτητος. 

Να έτσι περνάνε τα απογεύματα στου Παναή Τον καφενέ.

Πότε οι δυο μας, πότε ο Στρατηγός, πότε ο Χρηστάρας, περνάει το απόγευμα..

Ώσπου μια μέρα, δεν ήρθε ο Στρατηγός, μιαν άλλη ο Χρηστάρας, κι στο τέλος καθυστερημένα, δεν πήγα ούτε εγώ.

Με τάραξε στην γκρίνια μόλις με είδε

Leave a Reply